αρσενικόν


αρσενικόν
ἀρσενικόν και ἀρρενικόν, το και ἀρρενική, η (Α)
η κίτρινη σανδαράχη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λ., ανατολικής προελεύσεως. Ο τ. ανάγεται στο περσ. *zarnīq «χρυσός, αυτός που έχει το χρώμα του χρυσού» (πρβλ. νεώτ. περσ.-αραβ. zarnīx, zarnīq «αρσενικό»). Στην Ελληνική εισήχθη μέσω της Σημιτικής (πρβλ. συρ. zarnīka «αρσενικό»), αφού συσχετίστηκε παρετυμολογικά με τους τ. αρρενικός, αρσενικός].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀρσενικόν — yellow orpiment neut nom/voc/acc sg ἀρσενικός masc acc sg ἀρσενικός neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρσενικοῖς — ἀρσενικόν yellow orpiment neut dat pl ἀρσενικός masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρσενικοῖσι — ἀρσενικόν yellow orpiment neut dat pl (epic ionic aeolic) ἀρσενικός masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρσενικοῖσιν — ἀρσενικόν yellow orpiment neut dat pl (epic ionic aeolic) ἀρσενικός masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρσενικοῦ — ἀρσενικόν yellow orpiment neut gen sg ἀρσενικός masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρσενικά — ἀρσενικόν yellow orpiment neut nom/voc/acc pl ἀρσενικός neut nom/voc/acc pl ἀρσενικά̱ , ἀρσενικός fem nom/voc/acc dual ἀρσενικά̱ , ἀρσενικός fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρσενικῶν — ἀρσενικόν yellow orpiment neut gen pl ἀρσενικός fem gen pl ἀρσενικός masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρσενικῷ — ἀρσενικόν yellow orpiment neut dat sg ἀρσενικός masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • List of chemical element name etymologies — This is the list of etymologies for all chemical element names: Name Symbol Language of origin Word of origin Meaning Symbol origin Description Actinium Ac Greek ἀκτίς (aktis) beam Greek aktinos ἀκτίς, ἀκτῖνος (aktis; aktinos), meaning beam (ray) …   Wikipedia

  • муж — род. п. а, укр. муж, др. русск. мужь, ст. слав. мѫжь ἀνήρ, болг. мъжът (Младенов 313), сербохорв. му̑ж, словен. mо̑ž, род. п. mоžа̑, чеш., слвц. muž, польск. mąż, род. п. męza, в. луж., н. луж. muž. Несомненно родственно др. инд. manuṣ (manu …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.